Η χώρα που κάθε Ιούνιο βυθίζεται στο άγχος

Η χώρα που κάθε Ιούνιο βυθίζεται στο άγχος

Τηλεφώνησε στην ανιψιά της που έδινε εξετάσεις, για να την εμψυχώσει και να της ευχηθεί καλή επιτυχία. Έκανε υπερπροσπάθεια για «να μην περάσω ένταση και άγχος στο παιδί, για να μιλήσουμε χαλαρά και… κάζουαλ, σαν να μην τρέχει τίποτα». Από την πολλή χαλαρότητα και άνεση, με το που έκλεισε το τηλέφωνο τοποθέτησε τη συσκευή μέσα στο ψυγείο και έπειτα έψαχνε να βρει από πού ερχόταν εκείνο το υπόκωφο, τόσο μακρινό αλλά και τόσο κοντινό κουδούνισμα.

Η φίλη μου μοιράστηκε το α λα Μίστερ Μπιν περιστατικό στο Facebook δίπλα σε εκατοντάδες αναρτήσεις με ευχές προς τους διαγωνιζόμενους, με ρετρό φωτογραφίες από τις παλαιότερες εξετάσεις εκείνων που σήμερα είναι οι γονείς των παιδιών που «δίνουν», με εξομολογήσεις και μαρτυρίες παλιών μαθητών που έλιωσαν στο διάβασμα για να μπουν στη σχολή της αρεσκείας τους (και τελικά μπήκαν σε άλλη) ή που αν και δεν διάβασαν τίποτα έγραψαν τόσο καλά που Εθνικό Καποδιστριακό και Αριστοτέλειο έριζαν για την απόκτησή τους.

Θόρυβος πολύς, με λίγα λόγια κι εφέτος, με το που ξεκίνησαν οι εξετάσεις, στα social media, αλλά και στις από τηλεοράσεως και ραδιοφώνου ενημερωτικές εκπομπές, και μέσα από τα εκτενή αφιερώματα του Τύπου. Ένας θόρυβος που στην επανάληψή του, κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, επιβεβαιώνει πως, όσο και αν οι εποχές και μαζί τους οι απαιτήσεις και οι συνήθειες αλλάζουν υπάρχει και κάτι που μένει ίδιο και απαράλλακτο: Το δέος και ο φόβος μπροστά στις Πανελλαδικές Εξετάσεις, ενός θεσμού που όσο και να προσπαθήσουμε να τον απομυθοποιήσουμε, να τον δούμε στις πραγματικές του διαστάσεις, ακόμα και να τον αποδομήσουμε, και στην εν Ελλάδι εκδοχή του σηματοδοτεί μια καταλυτική αλλαγή στη ζωή των ανθρώπων. Ένα τέλος, το τέλος των ανέμελων (όσο ανέμελα μπορούν να είναι σήμερα) νιάτων και την αρχή της ενήλικης (σχεδόν) ζωής που σε φέρνει αντιμέτωπο με ευθύνες αλλά και σου προσφέρει τη χαρά της ανεξαρτησίας. Γιατί όσο και αν οι σπουδές που ακολουθούν τις εξετάσεις παρατείνουν, τις περισσότερες φορές, την περίοδο της οικονομικής εξάρτησης από την οικογένεια, την ίδια στιγμή ανοίγουν το δρόμο της αυτονομίας. Αν σε αφήσουν η μαμά και ο μπαμπάς…

«Το επιστημονικό προσωπικό του Τζάνειου Πειραιά συνοδοιπόρος των υποψηφίων και γονέων στην (sic) πανελλήνιες εξετάσεις», διαβάζουμε μπαίνοντας στην ιστοσελίδα του νοσοκομείου, με το παιδοψυχιατρικό τμήμα να παρέχει σε ανάρτησή του «απλές συμβουλές για της εξετάσεις που φέρνουν αποτελέσματα σε γονείς και μαθητές». Ακόμα και αν, όπως φαίνεται η ορθογραφία δεν είναι το δυνατό χαρτί των γιατρών –«στην εξετάσεις»;– οι συμβουλές τους είναι παραπάνω από ευπρόσδεκτες σε μια χώρα που –περισσότερο από άλλες ευρωπαϊκές χώρες;– παραδοσιακά το πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιουνίου βυθίζεται στο άγχος.

Σε μια χώρα όπου η απόκτηση πτυχίου προβάλλεται ως πιο σημαντικός στόχος από την απόκτηση μόρφωσης και καλλιέργειας. Όπου δεν διαβάζεις για να μάθεις, αλλά για να μπεις κάπου. Και όπου οι εξετάσεις θεωρούνται οικογενειακή υπόθεση, ο αγώνας όλων των μελών με στόχο την επιτυχία εκείνου του μέλους που δοκιμάζεται. Από την εποχή που η εισαγωγή στα ΑΕΙ και η απόκτηση ενός «χαρτιού» θεωρούνταν μεγάλη κοινωνική καταξίωση, το διαβατήριο για μια πιο άνετη και πιο αξιοπρεπή ζωή σε μια χώρα εργατών και μεταναστών ως σήμερα που η επιτυχία αποτιμάται και με άλλα κριτήρια τα οποία δεν περνάνε απαραιτήτως από την Ανώτατη Εκπαίδευση, η ελληνική οικογένεια εξακολουθεί να δίνει σύσσωμη Πανελλαδικές Εξετάσεις. Και να αγχώνεται ομαδικά.

«Μαζί παλεύουμε και προσπαθούμε» είπε η Ελληνίδα μάνα σε πρόσφατη τηλεοπτική εκπομπή. «Ο γιος μου διαβάζει και εγώ του στύβω την πορτοκαλάδα του, του μαγειρεύω τα φαγητά που του αρέσουν, και του κρατώ το βιβλίο κάθε φορά που λέει μάθημα». «Πώς πήγατε;», ρωτάνε συγγενείς και γείτονες. «Πρέπει να γράψαμε καλά», απαντούν οι γονείς, οι θείοι, οι νονοί…, οποιοσδήποτε άλλος πέραν του παιδιού που έχει γράψει.

Έχει ευτυχώς παρέλθει ανεπιστρεπτί η εποχή που ο πατέρας του Νίκου Καζαντζάκη παραδίνοντάς τον στον δάσκαλο του έλεγε «Το κρέας δικό σου, τα κόκαλα δικά μου». Τώρα και το κρέας και τα κόκαλα ανήκουν στο ίδιο το παιδί. Ένα παιδί όμως το οποίο καλείται να μάθει και να εξεταστεί σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που εξακολουθεί να θεωρείται αντιπαιδαγωγικό, οπισθοδρομικό, κολλημένο στο παρελθόν, παρά τις ουκ ολίγες προσπάθειες υπουργών όλων των κυβερνήσεων να το εκσυγχρονίσουν. Ένα παιδί που καλείται να δείξει αντοχές σε ένα σύστημα φτιαγμένο θαρρείς για να δοκιμάζει τις αντοχές του. Ίσως αυτός να είναι και ο λόγος για τον οποίο και οι σημερινοί γονείς εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τις Πανελλαδικές Εξετάσεις ως υπόθεση όλης της οικογένειας. Επειδή έχουν περάσει και εκείνοι από το θρανίο του εξεταζόμενου και γνωρίζουν πόσο αγχώδης (μπορεί να) είναι αυτή η διαδικασία. Προσπαθούν τώρα δια της συσπειρώσεως («είμαστε όλοι εδώ!») να βοηθήσουν το δοκιμαζόμενο μέλος, αντιγράφοντας ακόμα και συμπεριφορές των γονιών τους που οι ίδιοι ως μαθητές τις κορόιδευαν ή αισθάνονταν πώς τους ντρόπιαζαν.

«Μην διανοηθείς να με περιμένεις έξω από το σχολείο» έλεγε προ αμνημονεύτου συμμαθήτριά μου στη μαμά της, για να στήνει ακολούθως μαζί της τρικούβερτο καβγά όταν την έβρισκε καθισμένη στα σκαλιά. Είναι η ίδια συμμαθήτρια που περιμένει τώρα τον γιο της έξω από το ίδιο σχολείο. Μαζί της και άλλοι γονείς. Τους παρατηρώ καθισμένους μπροστά στην τεράστια καγκελόπορτα, να κοιτάνε με αγωνία προς τον προαύλιο χώρο και να προσπαθούν να διακρίνουν τα δικά τους παιδιά ανάμεσα σε εκείνα που βγαίνουν. Σαν να περιμένουν τους μέχρι πρότινος βαρυποινίτες να… αποφυλακιστούν, να βγουν έξω στον ελεύθερο κόσμο.

Ομολογώ πως τους βρίσκω υπερβολικούς, από την άλλη δεν μπορώ να μην σεβαστώ την αγωνία τους για το μέλλον των παιδιών τους, ακόμα και όταν εκδηλώνεται με αυτό τον αφελή (;) τρόπο. Νομίζω, εξάλλου, πως περισσότερο έχουν πάει γιατί αν έμεναν στο σπίτι θα έτρωγαν τους τοίχους από την αγωνία τους, παρά επειδή θεωρούν πως τα παιδιά τους έχουν ανάγκη την παρουσία τους. Τα παιδιά είναι μόνα τους σε αυτή τη δοκιμασία. Σε άλλη μία δοκιμασία ανάμεσα στις πολλές που τα περιμένουν. Και η ζωή συνεχίζεται, με όλους μας να δίνουμε εξετάσεις κάθε στιγμή. Οι γονείς το ξέρουν. Τα παιδιά θα το μάθουν μεγαλώνοντας, με τον πιο ανώδυνο ευχόμαστε τρόπο.

Πηγή

Share